Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
      ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ
(19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2017)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΚΔ’ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)
Ἀ­δελ­φοί, Χρι­στός ἐ­στιν ἡ εἰ­ρή­νη ἡ­μῶν, ὁ ποι­ή­σας τὰ ἀμ­φό­τε­ρα ἓν καὶ τὸ με­σό­τοι­χον τοῦ φραγ­μοῦ λύ­σας, τὴν ἔ­χθραν, ἐν τῇ σαρ­κὶ αὐ­τοῦ τὸν νό­μον τῶν ἐν­το­λῶν ἐν δόγ­μα­σι κα­ταρ­γή­σας, ἵ­να τοὺς δύ­ο κτί­σῃ ἐν ἑ­αυ­τῷ εἰς ἕ­να και­νὸν ἄν­θρω­πον ποι­ῶν εἰ­ρή­νην, καὶ ἀ­πο­κα­ταλ­λά­ξῃ τοὺς ἀμ­φο­τέ­ρους ἐν ἑ­νὶ σώ­μα­τι τῷ Θε­ῷ διὰ τοῦ σταυ­ροῦ, ἀ­πο­κτε­ί­νας τὴν ἔ­χθραν ἐν αὐ­τῷ· καὶ ἐλ­θὼν εὐ­ηγ­γε­λί­σα­το εἰ­ρή­νην ὑ­μῖν τοῖς μα­κρὰν καὶ τοῖς ἐγ­γύς, ὅ­τι δι᾿ αὐ­τοῦ ἔ­χο­μεν τὴν προ­σα­γω­γὴν οἱ ἀμ­φό­τε­ροι ἐν ἑ­νὶ πνε­ύ­μα­τι πρὸς τὸν πα­τέ­ρα. Ἄ­ρα οὖν οὐ­κέ­τι ἐ­στὲ ξέ­νοι καὶ πά­ροι­κοι, ἀλ­λὰ συμ­πο­λῖ­ται τῶν ἁ­γί­ων καὶ οἰ­κεῖ­οι τοῦ Θε­οῦ, ἐ­ποι­κο­δο­μη­θέν­τες ἐ­πὶ τῷ θε­με­λί­ῳ τῶν ἀ­πο­στό­λων καὶ προ­φη­τῶν, ὄν­τος ἀ­κρο­γω­νι­α­ί­ου αὐ­τοῦ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἐν ᾧ πᾶ­σα οἰ­κο­δο­μὴ συ­ναρ­μο­λο­γου­μέ­νη αὔ­ξει εἰς να­ὸν ἅ­γιον ἐν Κυ­ρί­ῳ· ἐν ᾧ καὶ ὑ­μεῖς συ­νοι­κο­δο­μεῖ­σθε εἰς κα­τοι­κη­τή­ριον τοῦ Θε­οῦ ἐν Πνε­ύ­μα­τι. 
                                  (Εφεσ. β΄[2] 14-22)  

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
 Ἀ­δελ­φοί, ὁ Χριστός ε­ἶ­ν­αι ἡ ε­ἰ­ρ­ή­νη μ­ας. Α­ὐ­τ­ὸς ἔ­κ­α­νε κ­αὶ τ­ο­ὺς δ­ύο ἀ­ν­τ­ι­μ­α­χ­ό­μ­ε­ν­ο­υς κ­ό­σ­μ­ο­υς, τ­ὸν Ἰ­ο­υ­δ­α­ϊ­σ­μὸ κ­αὶ τ­ὸν Ἐ­θ­ν­ι­σ­μό, ἕ­να. Α­ὐ­τ­ὸς γκ­ρ­έ­μ­ι­σε κ­αὶ κ­α­τ­έ­λ­υ­σε τ­ὸν τ­οῖχο π­οὺ δ­η­μ­ι­ο­υ­ρ­γ­ο­ῦ­σε ὁ φ­ρ­α­γ­μ­ὸς τοῦ ν­ό­μου π­οὺ ὀ­ρ­θ­ω­ν­ό­τ­αν ἀ­ν­ά­μ­ε­σα σ­τ­ο­ὺς δ­ύο λ­α­ο­ὺς κ­αὶ τ­ο­ὺς χ­ώ­ρ­ι­ζε. Κ­α­τ­έ­λ­υ­σε δ­η­λ­α­δὴ τ­ὴν ἔ­χ­θ­ρα τ­ῶν δ­ύο λ­α­ῶν, ἀφοῦ κ­α­τ­ά­ρ­γ­η­σε μὲ τὸ α­ἷμά του τὸ ν­ό­μο τ­ῶν ἐ­ν­τ­ο­λ­ῶν, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ π­ε­ρ­ι­ε­ῖ­χε ἐ­π­ι­β­λ­η­τ­ι­κ­ὲς π­ρ­ο­σ­τ­α­γ­ές, δ­ὲν ἔ­δ­ι­νε ὅμως κ­αὶ τὴ χ­ά­ρη γ­ιὰ τ­ὴν ἐ­φ­α­ρ­μ­ο­γὴ κ­αὶ τ­ὴν τ­ή­ρ­η­ση τ­ῶν π­ρ­ο­σ­τ­α­γ­μά­τ­ων α­ὐ­τ­ῶν. Κ­αὶ κ­α­τ­ή­ρ­γ­η­σε τὸ ν­ό­μο, ἔ­τ­σι ὥ­σ­τε ἑ­ν­ώ­ν­ο­ν­τ­ας τ­ο­ὺς δ­ύο λα­ο­ὺς μὲ τ­ὸν ἑαυτό του νά ­δ­η­μ­ι­ο­υ­ρ­γ­ή­σ­ει ἕ­να ν­έο ἀ­ν­θ­ρ­ω­πο, μ­ιὰ ν­έα ἀ­ν­θ­ρ­ω­π­ό­τ­η­τα, κι ἔ­τ­σι νὰ φ­έ­ρ­ει ε­ἰ­ρ­ή­νη μ­ε­τ­α­ξύ τ­ο­υς· κ­αὶ μὲ τὸ σ­τ­α­υ­ρ­ι­κὸ τ­ου θ­ά­να­το νά σ­υ­μ­φ­ι­λ­ι­ώ­σ­ει κ­αὶ τ­ο­ὺς δ­ύο λ­α­ο­ὺς μὲ τ­ὸν Θ­εό, ἑνωμένους τ­ώ­ρα σ' ἕ­να σ­ῶ­μα, ἀφοῦ π­ρ­ο­η­γ­ο­υ­μ­έ­ν­ως θὰ θ­α­ν­ά­τ­ω­νε τ­ὴν ἔ­χ­θ­ρα μὲ τὸ θ­ά­ν­α­τό του. Κι ἀφοῦ ἦ­λ­θε ὁ Χ­ρ­ι­σ­τ­ὸς σ­τὴ γῆ, κ­ή­ρ­υ­ξε τὸ χ­α­ρ­μ­ό­σ­υ­νο μ­ή­ν­υ­μα τ­ῆς εἰ­ρ­ή­ν­ης σὲ σ­ᾶς τ­ο­ὺς ἐ­θ­ν­ι­κ­ο­ύς, π­οὺ ἤ­σ­α­σ­τ­αν μ­α­κ­ρ­ιὰ ἀπό τ­ὸν Θ­εό, καὶ σὲ μ­ᾶς τ­ο­ὺς Ἰ­ο­υ­δ­α­ί­ο­υς, π­οὺ ἤ­μ­α­σ­τ­αν κ­ο­ν­τά τ­ου. Δ­ι­ό­τι α­ὐ­τ­ὸς μ­ᾶς ἔ­φε­ρε κ­αὶ τ­ο­ὺς δ­ύο λ­α­ο­ὺς μ­έ­σω τοῦ ἑνός Ἁ­γ­ί­ου Π­ν­ε­ύ­μ­α­τ­ος κ­ο­ν­τά σ­τ­ὸν Π­α­τ­έ­ρα. Δ­ι­α­μ­έ­σ­ου τοῦ Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ ἔ­γ­ι­νε ἡ π­ρ­ο­σ­έ­γ­γ­ι­σή μας α­ὐ­τὴ μὲ τ­ὸν Θεό. Ἀ­π' ὅλα αὐ­τὰ λ­ο­ι­π­ὸν β­γ­α­ί­ν­ει τὸ σ­υ­μ­π­έ­ρ­α­σ­μα ὅτι δ­ὲν ε­ἶ­σ­τε π­λ­έ­ον ξ­έ­ν­οι κ­αὶ π­ρ­ο­σ­ω­ρ­ι­ν­οὶ κ­ά­τ­ο­ι­κ­οι σ­τὴ β­α­σ­ι­λ­ε­ία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ε­ἶ­σ­τε σ­υ­μ­πο­λ­ί­τ­ες τ­ῶν ἁγίων κ­αὶ μ­έ­λη τ­ῆς ο­ἰ­κ­ο­γ­έ­ν­ε­ι­ας τοῦ Θεοῦ. Κ­αὶ σάν ζ­ω­ν­τ­α­νοὶ λ­ί­θ­οι κ­τ­ι­σθή­κ­α­τε π­ά­νω σ­τὸ θ­ε­μ­έ­λ­ιο. Κ­αὶ τὸ θ­ε­μ­έ­λ­ιο α­ὐ­τὸ ε­ἶ­ν­αι οἱ ἀ­π­ο­σ­τ­ο­λ­οι κ­αὶ οἱ π­ρ­ο­φ­ῆ­τ­ες, ἐνῶ ὁ ἀ­κ­ρ­ο­γ­ω­ν­ι­α­ῖ­ος λ­ί­θ­ος, τὸ ἀ­γ­κ­ω­ν­ά­ρι π­οὺ β­α­σ­τ­ά­ζ­ει κ­αὶ σ­τ­η­ρ­ί­ζ­ει ὅ­λο τὸ ο­ἰ­κ­ο­δ­ό­μ­η­μα, ε­ἶ­ν­αι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χ­ρ­ι­σ­τ­ός. Π­ά­νω σ' α­ὐ­τὸν λ­ο­ι­π­ὸν κ­αὶ δ­ι­α­μ­έ­σ­ου αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ ἡ οἰκοδομή ὅλη τ­ῆς Ἐ­κ­κ­λ­η­σ­ί­ας ἑ­ν­ώ­ν­ε­τ­αι ἁ­ρ­μ­ο­ν­ι­κά κ­αὶ σ­τ­ε­ρ­εὰ κ­αὶ α­ὐ­ξ­ά­ν­ει, ὥστε νὰ γ­ί­νε­τ­αι ν­α­ὸς ἅ­γ­ι­ος, ὅπως τόν θέλει ὁ Κ­ύ­ρ­ι­ος. Μὲ τ­ὴν ἕνωσή σ­ας μὲ τ­ὸν Κύ­ρ­ιο κι ἐ­σ­ε­ῖς ο­ἰ­κο­δ­ο­μ­ε­ῖ­σ­τε μ­α­ζὶ μὲ τ­ο­ὺς ἄ­λ­λ­ο­υς π­ι­σ­τ­ο­ὺς γ­ιὰ νὰ γ­ί­ν­ε­τε ν­α­ὸς κ­αὶ κατοικητήριο, στό ὁποῖο θὰ κ­α­τ­ο­ι­κ­εῖ ὁ Θ­ε­ὸς μὲ τὸ Π­ν­εῦ­μα τ­ου.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶ­πεν ὁ Κύριος τήν πα­ρα­βο­λὴν ταύτην.· Ἀν­θρώ­που τι­νὸς πλου­σί­ου εὐ­φό­ρη­σεν χώ­ρα· κα δι­ε­λο­γί­ζε­το ν ἑ­αυ­τῷ λέ­γων· τ ποι­ή­σω, ὅ­τι οκ ἔ­χω πο συ­νά­ξω τος καρ­πο­ύς μου; κα εἶ­πε· τοῦ­το ποι­ή­σω· κα­θε­λῶ μου τς ἀ­πο­θή­κας κα με­ί­ζο­νας οἰ­κο­δο­μή­σω, κα συ­νά­ξω ἐ­κεῖ πάν­τα τ γεν­νή­μα­τά μου κα τ ἀ­γα­θά μου, κα ἐ­ρῶ τ ψυ­χῇ μου· ψυ­χή, ἔ­χεις πολ­λὰ ἀ­γα­θὰ κε­ί­με­να ες ἔ­τη πολ­λά· ἀ­να­πα­ύ­ου, φά­γε, πί­ε, εὐ­φρα­ί­νου. εἶ­πε δ αὐ­τῷ Θε­ός· ἄ­φρον, τα­ύ­τῃ τ νυ­κτὶ τν ψυ­χήν σου ἀ­παι­τοῦ­σιν ἀ­πὸ σο· δ ἡ­το­ί­μα­σας τί­νι ἔ­σται; οὕ­τως θη­σαυ­ρί­ζων ἑ­αυ­τῷ κα μ ες Θε­ὸν πλου­τῶν. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.
                                        (Λουκ. ιβ΄[12] 16 – 21)

ΚΕΡΔΗ ΕΠΙΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΙΑ
1. ΔΕΝ ΔΙΝΟΥΝ ΕΥΤΥΧΙΑ
Θέλοντας ὁ Κύριος ν δείξει πόσο λέθριο εναι τ πάθος τς πλεονεξίας επε τν παρακάτω Παραβολή: Κάποιου πλουσίου νθρώπου τ κτεταμένα χωράφια πέδωσαν πλούσια παραγωγή. Κι ντ ὁ πλούσιος ατς ν χαρε κα ν εχαριστήσει τν Θε γιὰ τν πλούσια σοδειά, κυριεύθηκε ἀπὸ γνοιες κα συλλογισμούς: Τί ν κάνω; Ποῦ ν μαζέψω τος καρπος πού μοῦ περισσεύουν; χασε τν ερήνη του, χασε κα τν ὕπνο του. πιτέλους κάποτε στερα ἀπὸ πολλς βασανιστικς σκέψεις βρκε τ λύση: Ατὸ θ κάνω! Θ γκρεμίσω τς ποθκες μου κα θ οκοδομήσω μεγαλύτερες. Κα θ μαζέψω ἐκεῖ ὅλα τ γαθά μου. Κι στερα θ π στν ψυχή μου: Ψυχή, χεις πολλ γαθ κα σοῦ φθάνουν γιὰ πολλ χρόνια. Μ σκοτίζεσαι πλέον γιὰ τίποτε. Τώρα πλέον ρθε ἡ ὥρα ν χαρες μ φαγοπότια κα διασκεδάσεις.
Ὁ δύστυχος! Νόμιζε ὅτι θ ετυχήσει μ τ πλούτη! Δν μποροσε ν καταλάβει ὅτι ατ δν κάνουν τν ἄνθρωπο ετυχισμένο. λλωστε κι ὅ ἴδιος ζοσε τ δυστυχία κα μόνο μ τ σκέψη τν πολλν γαθν, πρν κόμη τ συγκεντρώσει κα τ ποθηκεύσει. Δν μποροσε ν χαρε τίποτε, διότι ἡ πλεονεξία του τν ταλαιπωροσε κα τν βασάνιζε. θελε ν κρατήσει λους τος καρπος για τν αυτό του. Κι πειδ δν μποροσε ν τ κατορθώσει ατό, βυθιζόταν σ ναγώνιες σκέψεις. Θ μποροσε βέβαια ν γίνει ετυχισμένος, ἐὰν παιρνε μία γενναία πόφαση. Ν δωρίσει τ γαθ πο τοῦ περίσσευαν στος φτωχούς, ν χορτάσει τ πεινασμένα τους στόματα, κα ν εχαριστήσει τν Θε πο τοῦ δώρισε μι τέτοια εφορία κα δυνατότητα φιλανθρωπίας. Ἀλλὰ πειδ σκοτίσθηκε ἀπὸ τν πλεονεξία κατήντησε δυστυχισμένος κι ρρωστος.
Τί κερδίζουμε λοιπν ἀπὸ τν προσκόλληση στ περιττ γαθά μας; νάπαυση δν κερδίζουμε. νήσυχες κα βασανιστικς φροντίδες μς αχμαλωτίζουν. Ὅσο περισσότερα ποκτοῦμε, τόσο περισσότερο βυθιζόμαστε σ συλλογισμος κα νησυχίες: πς θ διατηρήσουμε ατ πο ποκτήσαμε, πς θ προσθέσουμε κι λλα. Κα συμβαίνει ν χάνουμε συχν κα τν ὕπνο μας μ τς ναγώνιες σκέψεις μας. Τ θέλουμε ὅλα δικά μας γιὰ ν τ πολαμβάνουμε μόνο ἐμεῖς, νομίζοντας ὅτι ὅσα χουμε εναι ὅλα δικά μας.
Κα πολ περισσότερο δν θέλουμε ν καταλάβουμε ὅτι ἡ ψυχή μας δν χορταίνει μ τ λικ γαθά. Ἡ ψυχ ὡς πνευματικ ντότητα ζε κα ετυχε μόνο μ οράνια, πνευματικ γαθά. Ἡ φθονία τν λικν γαθν, τν φαγητν, τν διασκεδάσεων δν μς κάνουν ετυχισμένους. Κι ἔπειτα στ ζω πάρχουν προβλήματα πο δν λύνονται μ τ χρῆμα, ρρώστιες κα θλίψεις, πειρασμο κα ντάσεις, οκογενειακ κα λλα προβλήματα πο φαιρον συχν κάθε χαρ κα ερήνη. Μ γελιόμαστε λοιπόν. ς συνειδητοποιήσουμε ὅτι τ γαθ πο δίνουν νάπαυση κα ετυχία προέρχονται ἀπὸ τν οραν κι ἐκεῖ καταλήγουν. Ατ ν ναζητομε κι ατ ν πιδιώκουμε.
2. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΩΡΑ
Τ πράγματα δν ξελίχθηκαν ὅπως περίμενε ὁ πλούσιος. Πρν κόμη προφθάσει ν πε στν ψυχή του τὰ ὅσα σχεδίαζε, τοῦ μίλησε πρῶτα ὁ Θεός: μυαλε ἄνθρωπε! Τ νύχτα ατή, πο τν νειρευόσουν ὡς νύχτα ετυχίας, παίσιοι δαίμονες ζητον ν πάρουν τν ψυχή σου. Σ λίγο θ πεθάνεις. Κι ὅλα ατ πο ποθήκευσες, σ ποιν θ νήκουν; Κι ὁ Κύριος κλεισε τν Παραβολ λέγοντας: Τέτοιο τέλος θ χει κι ποιος μαζεύει μόνο για τν αυτό του τ λικὰ γαθ κα δν ποταμιεύει θησαυρος στν οραν μ τ ργα τς γάπης. Θ καταλήξει τν τελευταία μέρα νύχτα τς ζως του στν αώνια νύχτα τς κολάσεως.
λήθεια· χουμε σκεφθε ἐμεῖς ποτ πς θ εναι τ δικό μας τέλος, ἡ δική μας τελευταία μέρα νύχτα; Ἡ νύχτα ατ τοῦ πλουσίου τς Παραβολς ταν ἡ πιὸ ἐφιαλτικὴ κα ποτρόπαιη νύχτα τς ζως του. ταν ἡ νύχτα τν ποία νειρευόταν ὡς νύχτα ετυχίας, κα τν περίμενε μ τ βεβαιότητα ὅτι θ ρχιζε ν πολαμβάνει γιὰ πολλ χρόνια κόμη τ πλούτη του. κείνη ἡ νύχτα ὅμως γινε γι᾿ ατν νύχτα γωνίας κα τρόμου. Μι νύχτα τελείωτη κα φρικτή.
Διότι ὅσοι εναι προσκολλημένοι στ λικ γαθά, τν ὥρα τοῦ θανάτου τους εσέρχονται σ μία νύχτα φοβερ κα τελείωτη. γκαταλείπουν πίσω τους ὅλα κενα για τ ὁποῖα μόχθησαν κα μ πολλς γωνιώδεις φροντίδες συγκέντρωσαν κα πέρχονται πάμφτωχοι, δειοι ἀπὸ καλ ργα κι ἀπ᾿ τ χάρη τοῦ Θεοῦ. Σκοτάδι πογνώσεως ἁπλώνεται γύρω τους καθς παραλαμβάνουν τν ψυχή τους οἱ σκοτεινο δαίμονες.
Γιὰ τος δικαίους ὅμως, γι τος λεήμονες κα φιλάνθρωπους, ἡ τελευταία μέρα νύχτα εναι ἡ ραιότερη νατολ μιᾶς μέρας τελεύτητης κα δυτης. Εναι ἡ εσοδος στ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ραγε πς θ βρεθομε τν τελευταία μας ὥρα; Εναι φοβερ ν χουμε τν κατάληξη τοῦ πλουσίου τς Παραβολς. Γι᾿ ατ ς καταπολεμομε κάθε πλεονεξία, κι ς ποταμιεύουμε τ γαθά μας στς ποθκες τοῦ ορανοῦ, μοιράζοντάς τα στος πεινασμένους κα νδεες. Γι ν μν παραλάβουν τν ψυχή μας οἱ παίσιοι δαίμονες ἀλλὰ οἱ γαθο γγελοι κα ν τν δηγήσουν στν γκαλι τοῦ Θεο.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)