Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
(18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2018)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Τῆς Τυρινῆς)
Ἀδελφοί, νν ἐγ­γύ­τε­ρον ἡ­μῶν ἡ σω­τη­ρί­α ὅ­τε ἐ­πι­στε­ύ­σα­μεν.  νξ προ­έ­κο­ψεν, δ ἡ­μέ­ρα ἤγ­γι­κεν. ἀ­πο­θώ­με­θα ον τ ἔρ­γα το σκό­τους κα ἐν­δυ­σώ­με­θα τ ὅ­πλα το φω­τός. ὡς ν ἡ­μέ­ρᾳ εὐ­σχη­μό­νως πε­ρι­πα­τή­σω­μεν, μ κώ­μοις κα μέ­θαις, μ κο­ί­ταις κα ἀ­σελ­γε­ί­αις, μ ἔ­ρι­δι κα ζή­λῳ, ἀλ­λ' ἐν­δύ­σα­σθε τν Κριον Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν, κα τς σαρ­κὸς πρό­νοι­αν μ ποι­εῖ­σθε ες ἐ­πι­θυ­μί­ας. Τν δ ἀ­σθε­νοῦν­τα τ πί­στει προσ­λαμ­βά­νε­σθε, μ ες δι­α­κρί­σεις δι­α­λο­γι­σμῶν. ς μν πι­στε­ύ­ει φα­γεῖν πάν­τα, δ ἀ­σθε­νῶν λά­χα­να ἐ­σθί­ει. ἐ­σθί­ων τν μ ἐ­σθί­ον­τα  μ ἐ­ξου­θε­νε­ί­τω, κα μ ἐ­σθί­ων τν ἐ­σθί­ον­τα μ κρι­νέ­τω· Θε­ὸς γρ αὐ­τὸν προ­σε­λά­βε­το. σ τς ε κρί­νων ἀλ­λό­τριον οἰ­κέ­την; τ ἰ­δί­ῳ Κυ­ρί­ῳ στή­κει πί­πτει· στα­θή­σε­ται δ· δυ­να­τὸς γρ ἐ­στιν ὁ Θε­ὸς στῆ­σαι αὐ­τόν.
                                    (Ρωμ. ιγ΄[13] 11 – ιδ΄[14] 4)

ΜΕΤΑΝΟΙΑ
1.     ΑΠΟΘΕΣΗ ΚΑΙ ΕΝΔΥΣΗ
Ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα μετανοίας θά μποροῦσε νά χαρακτηρισθεῖ τό ἀποστολι­κό αὐτό ἀνάγνωσμα. Ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος ἀπευθυνόμενος στούς Ρωμαίους, ἀλλά καί πρός ὅλους τούς Χριστιανούς, λέει: Εἶναι πλέον ὥρα νά σηκωθοῦμε ἀπό τόν ὕπνο τῆς ἀμέλειας. Διότι τώρα ἡ ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας εἶναι πλησιέστε­ρη σέ μᾶς παρά τότε πού πιστεύσαμε. Ἡ ζωή αὐτή, πού μοιάζει μέ νύχτα σκοτεινή, προχώρησε, ἐνῶ ἡ ἡμερα τῆς ἄλλης ζωῆς πλησίασε. «Ἀποθώμεθα οὖν τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός». Ἄς πετάξουμε λοιπόν ἀπό πάνω μας τά ἔργα τῆς ἁμαρτίας πού γίνονται στό σκοτάδι, κι ἄς ντυθοῦμε σάν ὅπλα τά φωτεινά ἔργα τῆς ἀρετῆς. Ὅπως συμπεριφέρεται κανείς τήν ἡμέρα, πού τά βλέμματα πολλῶν τόν παρακολουθοῦν, ἔτσι κι ἐμεῖς ἄς συμπεριφερθοῦμε μέ εὐπρέπεια καὶ σεμνότητα· ὄχι μέ ἄσεμνα φαγοπότια καὶ μεθύσια, οὔτε μέ πράξεις αἰσχρότητος καί ἀσέλγειας, οὔτε μέ φιλονικίες καί ζη­λοτυπίες. Ἀλλά νά ἐνδυθοῦμε σάν ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὥστε στήν ὅλη ζωή μας νά μοιάζουμε μ᾿ Αὐτόν.
Μέ τό ὅλο ἱερό κείμενο ὁ ἅγιος Ἀπόστο­λος μᾶς καλεῖ σέ μετάνοια καί ἐγρήγορση καί μᾶς ζητεῖ νά κάνουμε δύο ἐνέργειες: πρῶτα νά πετάξουμε ἀπό πάνω μας τά ἔργα τῆς ἁμαρτίας, κι ἔπειτα νά ντυθοῦμε καί νά ὁπλισθοῦμε μέ τά ὅπλα τοῦ φωτός καί τῆς ἀρετῆς. Νά μισήσουμε δηλαδή τήν ἁμαρτία καί τά ἔργα της, καί νά ἀγαπήσου­με τόν Χριστό καί τήν ἀρετή. Νά ἀφήσουμε τή νύχτα καί τά ἁμαρτωλά της ἔργα, καί νά ζήσουμε πλέον μέσα στό φῶς τῆς ἡμέρας, τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς. Διπλό λοιπόν τό ἔργο τῆς μετανοίας, ξερίζωμα καί ἔνδυση, μίσος καί ἀγάπη, ἀπάρνηση τῆς ἁμαρτίας καί ἀφοσίωση στόν Χριστό. Ἄς μή νομί­σουμε ὅτι τό κάλεσμα αὐτό δέν μᾶς ἀφορᾶ, ἀλλά ἀφορᾶ μόνο τούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται μακριά ἀπό τόν Θεό. Καθώς εἰσερχόμαστε στήν Ἁγία και Μεγάλη Τεσ­σαρακοστή, ἡ Ἐκκλησία μας ἐπέλεξε αὐτό τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα γιά νά καλέ­σει ὅλους – κι ἐμᾶς πού νομίζουμε ὅτι εἴ­μαστε προοδευμένοι Χριστιανοί – σέ μετά­νοια. Διότι ἄν ψάξουμε καλά μέσα στήν ψυχή μας, θά δοῦμε ἕνα σωρό πάθη καί ἐπιθυμίες ἁμαρτωλές, σκέψεις καί φρονή­ματα σκοτεινά. Ἀλλά καί στήν καθημερινή μας ζωή κάθε τόσο πέφτουμε στά ἴδια καί στά ἴδια. Ἄς ξυπνήσουμε λοιπόν ἀπό τόν λήθαργο τῆς ἀδιαφορίας καί τῆς ἀμέλειας. Ἰδιαιτέρως τώρα καθώς μπαίνουμε στό στίβο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων. Ἄς κά­νουμε ἕνα νέο ξεκίνημα μέ ζῆλο. Καί θά τό εὐλογήσει ὁ Θεός.
2. ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ
Στή συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀνα­φέρεται στό θέμα τῶν φαγητῶν πού τα­λαιπωροῦσε τότε τούς Χριστιανούς. Λέει λοιπόν ὁ θεῖος Ἀπόστολος: Νά δέχεσθε μέ καλοσύνη ἐκεῖνον πού εἶναι ἀδύνατος στήν πίστη καί ἐξαρτᾶ τή σωτηρία του καί ἀπό τή διάκριση τῶν φαγητῶν καί τῶν ἡ­μερῶν, χωρίς νά συζητᾶτε καί νά ἐπικρί­νετε τίς ἰδέες του. Ἄλλος βέβαια πιστεύει ὅτι δέν ἀπαγορεύεται νά φάει ὅλα τά φα­γητά. Ἐνῶ ὁ ἀδύνατος στήν πίστη τρώει λαχανικά καί ἀποφεύγει τίς ἄλλες τροφές ἀπό τό φόβο μήπως μολυνθεῖ ἀπ᾿ αὐτές. Ἐκεῖνος πού λόγῳ τῆς ἰσχυρότερης πίστε­ώς του τρώει ἀπ᾿ ὅλες τίς τροφές, ἄς μήν περιφρονεῖ ὡς στενοκέφαλο ἐκεῖνον πού δέν τρώει ἀπ᾿ ὅλες. Κι αὐτός πού δέν τρώ­ει ἀπ᾿ ὅλα, ἄς μήν κατακρίνει ἐκεῖνον πού τρώει.
Ἄλλωστε ποιός εἶσαι ἐσύ, πού κατακρί­νεις ξένο δοῦλο; Αὐτός δέν ἔχει ἐσένα Κύριο ἀλλά τόν Θεό. Γιά τόν Κύριό του λοι­πόν μένει σταθερός ἤ πέφτει πνευματικά. Μάθε λοιπόν ὅτι, ἐνῶ ἐσύ τόν κατακρίνεις, αὐτός θά μείνει σταθερός στήν πίστη. Δι­ότι ὁ Θεός ἔχει τή δύναμη νά τόν ἀνορθώ­σει καί νά τόν στερεώσει.
Παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τό ζήτημα τῶν τροφῶν ὁ θεῖος Ἀπόστολος ξεσκεπάζει τό φοβερό πάθος τῆς κατακρίσεως, πού πάν­τοτε ταλαιπωροῦσε καί ταλαιπωρεῖ ἰδιαι­τέρως τούς πιστούς. Ἄν ἐξετάσουμε προσ­εκτικά τόν ἑαυτό μας, θά δοῦμε πόσο πά­σχουμε κι ἐμεῖς στό θέμα τῆς κατακρίσε­ως. Πόσο εὔκολα ἀνοίγουμε τό στόμα μας γιά νά κρίνουμε τούς ἄλλους ἀδελφούς μας. Καί μᾶς ἐγκαλεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος καί μᾶς ρωτᾶ: Ποιοί εἴμαστε ἐμεῖς πού κάνουμε τούς δικαστές τῶν ἄλλων; Μέ ποιό δικαίωμα ἁρπάζουμε τό δικαίωμα τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ὁ μόνος Κριτής ὅλων μας;
Ἐπιπλέον ὅταν κατακρίνουμε, χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε ἀποκαλύπτουμε τήν κακία πού ἔχουμε γιά τούς ἀδελφούς μας, καί τόν μεγάλο ἐγωισμό μας. Νομίζουμε ὅτι τά ξέρουμε ὅλα κι ὅτι ἔχουμε τό δικαί­ωμα νά καυτηριάζουμε τά λάθη τῶν ἄλ­λων. Κατακρίνουμε αὐτά πού βλέπουμε, καί δέν ξέρουμε ὅτι οἱ ἄλλοι μπορεί νά μετανόησαν, ἐνῶ ἐμεῖς μένουμε σκλάβοι στό ὀλέθριο πάθος μας. Κατακρίνουμε διότι δέν ἀποκτήσαμε ἀκόμη συναίσθηση καί φροντίδα γιά τά δικά μας ἁμαρτήματα. Ἐμεῖς καθημερινά σφάλλουμε σέ χειρό­τερα ἁμαρτήματα καί κατακρίνουμε τούς ἄλλους! Διώχνουμε ὅμως ἔτσι τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί παραχωρεῖ ὁ Θεός καί πέ­φτουμε στά ἴδια ἁμαρτήματα, κάποτε και σέ ἄλλα βαριά, ἀκόμη καί σέ σαρκικά, γιά νά ταπεινωθοῦμε καί νά μετανοήσουμε. Ἄς προσέξουμε λοιπόν πολύ. Κι ἄς ζη­τήσουμε μέ μετάνοια ἀπό τόν Θεό νά μᾶς δώσει τή χάρη του νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν κατάκριση. Διαφορετικά μέ τήν κατά­κριση ὁδεύουμε σ᾿ ἕναν ἀπό τούς συντο­μότερους δρόμους γιά τήν κόλαση.
 (Δι­α­σκευ­ή ἀ­πό πα­λαι­ό τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν Κύριος· ­ν ­φ­τε τος ν­θρ­ποις τ πα­ρα­πτ­μα­τα α­τν, ­φ­σει κα ­μν πα­τρ ­μν ο­ρ­νι­ος· ­ν δ μ ­φ­τε τος ν­θρ­ποις τ πα­ρα­πτ­μα­τα α­τν, ο­δ πα­τρ ­μν ­φ­σει τ πα­ρα­πτ­μα­τα ­μν. ­ταν δ νη­στε­­η­τε, μ γ­νε­σθε ­σπερ ο ­πο­κρι­τα σκυ­θρω­πο, ­φα­ν­ζου­σι γρ τ πρ­σω­πα α­τν ­πως φα­ν­σι τος ν­θρ­ποις νη­στε­­ον­τες· ­μν λ­γω ­μν, ­τι ­π­χου­σιν τν μι­σθν α­τν.  σ δ νη­στε­­ων ­λει­ψα σου τν  κε­φα­λν κα τ πρ­σω­πν σου ν­ψαι,  ­πως μ φα­νς τος ν­θρ­ποις νη­στε­­ων λ­λ τ πα­τρ σου τ ν τ κρυ­πτ· κα πα­τρ σου βλ­πων ν τ κρυ­πτ ­πο­δώ­σει σοι ν τ φα­νε­ρ.  Μ θη­σαυ­ρ­ζε­τε ­μν θη­σαυ­ρος ­π τς γς, ­που σς κα βρ­σις ­φα­ν­ζει, κα ­που κλ­πται δι­ο­ρσ­σου­σιν κα κλ­πτου­σιν·  θη­σαυ­ρ­ζε­τε δ ­μν θη­σαυ­ρος ν ο­ρα­ν, ­που ο­τε σς ο­τε βρ­σις ἀ­φα­νί­ζει, κα ὅ­που κλέ­πται ο δι­ο­ρύσ­σου­σιν οὐ­δὲ κλέ­πτου­σιν· ὅ­που γρ ἐ­στιν ὁ θη­σαυ­ρός ὑ­μῶν, ἐ­κεῖ ἔ­σται κα καρ­δί­α ὑ­μῶν.  
                                   (Ματθ. στ΄[6] 14 -21)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος· «Ὅ­ταν ζη­τᾶ­τε τὴ συγ­χώ­ρη­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν σας, πρέ­πει νὰ συγ­χω­ρεῖ­τε κι ἐ­σεῖς τούς ἄλ­λους. Δι­ό­τι ἐ­ὰν συγ­χω­ρή­σε­τε τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα πού σᾶς ἔ­κα­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι, καὶ ὁ Πα­τέ­ρας σας ὁ οὐ­ρά­νιος θὰ συγ­χω­ρή­σει καὶ τὰ δι­κά σας ἁ­μαρ­τή­μα­τα. Ἐ­ὰν ὅ­μως δὲν συγ­χω­ρή­σε­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους πού ἁ­μάρ­τη­σαν ἀ­πέ­ναν­τί σας, οὔ­τε ὁ Πα­τέ­ρας σας θὰ συγ­χω­ρή­σει τὶς δι­κές σας ἁ­μαρ­τί­ες πρὸς αὐ­τόν. Κι ὅ­ταν νη­στεύ­ε­τε, μὴ γί­νε­στε σκυ­θρω­ποὶ καὶ πε­ρί­λυ­ποι σὰν τοὺς ὑ­πο­κρι­τές. Δι­ό­τι αὐ­τοὶ ἀλ­λοι­ώ­νουν τὰ πρό­σω­πά τους καὶ παίρ­νουν τὴν ὄ­ψη καὶ τὴν ἔκ­φρα­ση ἀν­θρώ­που κα­τα­βε­βλη­μέ­νου ἀ­πὸ τὶς στε­ρή­σεις, γι­ὰ νὰ φα­νοῦν στοὺς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι νη­στεύ­ουν. Ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω ὅ­τι πῆ­ραν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὴν ἀ­μοι­βή τους ἀ­πό τούς ἐ­παί­νους τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἐ­σὺ ὅ­μως ὅ­ταν νη­στεύ­εις, ἄ­λει­ψε τὸ κε­φά­λι σου καὶ νί­ψε τὸ πρό­σω­πό σου, ὥ­στε νὰ φαί­νε­σαι χα­ρού­με­νος, καὶ νὰ μὴ φα­νεῖς στοὺς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι νη­στεύ­εις. Ἀλ­λά ἡ νη­στεί­α σου νὰ φα­νεῖ μό­νο στὸν Πα­τέ­ρα σου, πού εἶ­ναι βέ­βαι­α ἀ­ό­ρα­τος, ἀλ­λά βρί­σκε­ται πα­ρὼν καὶ στὰ πι­ὸ ἀ­πό­κρυ­φα μέ­ρη. Κι ὁ Πα­τέ­ρας σου πού βλέ­πει στὰ κρυ­φά, θὰ σοῦ ἀ­πο­δώ­σει τὴν ἀ­μοι­βή σου στὰ φα­νε­ρά. Μὴ μα­ζεύ­ε­τε γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ σας θη­σαυ­ροὺς πά­νω στὴ γῆ, ὅ­που ὁ σκό­ρος καὶ ἡ φθο­ρὰ τῆς σα­πί­λας ἢ τῆς σκου­ριᾶς ἀ­φα­νί­ζουν τὰ ἀ­πο­θη­κευ­μέ­να εἴ­δη τοῦ πλού­του κι ὅ­που οἱ κλέ­φτες τρυ­ποῦν τοὺς τοί­χους τῶν θη­σαυ­ρο­φυ­λα­κί­ων καὶ τὰ κλέ­βουν. Μα­ζεύ­ε­τε γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ σας θη­σαυ­ροὺς στὸν οὐ­ρα­νό, ὅ­που οὔ­τε ὁ σκό­ρος οὔ­τε ἡ σα­πί­λα καί ἡ σκου­ριὰ ἀ­φα­νί­ζουν τοὺς ἀ­πο­θη­κευ­μέ­νους θη­σαυ­ρούς σας κι ὅ­που οἱ κλέ­φτες δὲν τρυ­ποῦν τοὺς τοί­χους τῶν θη­σαυ­ρο­φυ­λα­κί­ων σας οὔ­τε κλέ­βουν. Πρέ­πει λοι­πὸν νὰ θη­σαυ­ρί­ζε­τε θη­σαυ­ροὺς στὸν οὐ­ρα­νό, γι­ὰ νὰ εἶ­ναι καὶ ἡ καρ­διὰ σας προ­σκολ­λη­μέ­νη στὸ Θε­ὸ καὶ στὰ οὐ­ρά­νια. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ ὅ­που εἶ­ναι ὁ θη­σαυ­ρός σας, ἐ­κεῖ θά εἶ­ναι καί ἡ καρ­διά σας